http://kimothoi.blogspot.com

http://kimothoi.blogspot.com
Νότα Κυμοθόη, απόσπασμα από Ποίησή μου με τον τίτλο "Ερατώ" "Παίξε ω Μούσα Ερατώ την άρπα την ανθρώπινη αυτήν οπού αγγίζει τις καρδιές των άκαρδων ανθρώπων που είπαν λόγια ερωτικά και λόγια της αγάπης"Άδεια Creative Commons
Αυτό το εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές .

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

"Οι συνθέσεις τ΄ουρανού" της Ουρανίας Ιεραθήλ

 Τη φωτογραφία  παραχώρησε η Νότα Κυμοθόη

"Οι συνθέσεις τ΄ουρανού"
της Ουρανίας Ιεραθήλ 

Βαδίζει ο περαστικός διαβάτης της ημεδαπής, με τσιγαράκι στο ένα χέρι του και φραπεδιά σε πλαστικό με καλαμάκι, κινητό στο άλλο χέρι του και σειέται με πολύ μαγκιά.  Περνάει και κλωτσά το πλαστικό κερματοσυλλέκτη ενός παιδιού. Κομμένο πλαστικό δηλαδή από ένα άδειο μπουκάλι νερού, σε ένα μέτρο απόσταση απ΄ το παιδί, που κάθεται με την πλάτη του ακουμπισμένη στο πλατάνι, δήθεν αμέριμνο και παίζει σαν παιδί μια πλαστική μελλόντικα. Αδειάζουν τα λιγοστά κέρματα στο πλακόστρωτο του πεζόδρομου και το παιδί κοιτάζει τον περαστικό, οπού κουβαλά μαγκιά πολύ. 
"Τι έγινε ρε;" λέει στο παιδί.
"Τα λεφτά μου" του απαντάει εκείνο
"Μάζεψτα" απαντάει και ρουφάει απ΄το καλαμάκι του καφέ και φεύγει, κι ύστερα ρουφάει κι απ΄το τσιγάρο του καπνό και προχωράει μακριά.
Βαδίζει κι ο περαστικός διαβάτης της αλλοδαπής με φωτογραφική μηχανή στο ένα χέρι και ξαφνιασμένος σκύβει ο άνθρωπος τα κέρματα για να μαζέψει. Κοιτάζουν οι περαστικοί τον άνθρωπο που επιδέξια τα μακριά του δάχτυλα τα κέρματα μαζεύουν. Νάναι από κάποια χώρα μήπως της Αφρικής; Το μαύρο χρώμα του πιο μαύρο δε γινόταν, καθώς η άσπρη μπλούζα του άστραφτε στο ημίφως ή μήπως ήταν η καρδιά του όλο αγάπης φως, που άστραφτε από μέσα;
Έβαλε στο πλαστικό όλα τα κέρματα που είχανε σκορπίσει και το κομμένο πλαστικό σα κύπελλο συλλεκτικό, άφησε απαλά στα πόδια του παιδιού. Κι εκείνο δεν είπε μήτ΄ ένα "ευχαριστώ", παρά το κλώτσησε ξανά στα πόδια του περαστικού. Κι ήταν ψηλός στ΄ ανάστημα και το παιδί μικρό. 
"Give me my money" του είπε το παιδί, δίχως α φοβηθεί.
Με απορία, ο περαστικός διαβάτης της αλλοδαπής, σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό, δίχως να κατανοεί, τι λέει το παιδί.
Κι ο Δίας, των αρχαίων Ελλήνων ο σοφός Θεός, άστραψε και βρόντηξε κι έγινε η οργή του όλη βροχή. Γέμισε το κύπελλο νερό και όλοι οι περαστικοί βράχηκαν ως το κόκκαλο. Έτρεχε το παιδί κι ο περαστικός ημεδαπός έβγαλε απ΄τη τσέπη του κέρματα πολλά και ίσα που πρόλαβε και τα έριξε μέσα στο κύπελλο-κουβά...

Δεν υπάρχουν σχόλια: